Ενδοκρινολογία

Ενδοκρινολογία

Η νόσος του Hashimoto είναι μια κατάσταση στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα προσβάλλει τον θυρεοειδή αδένα. Πρόκειται για μια χρόνια αυτοάνοση νόσο, η οποία σχετίζεται με την παραγωγή αντισωμάτων που έχουν ως στόχο τον θυρεοειδή αδένα προκαλώντας φλεγμονή και βλάβη.

Η φλεγμονή από τη νόσο του Hashimoto, γνωστή επίσης και ως χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα, οδηγεί συχνά σε αδρανοποίηση του θυρεοειδή αδένα (υποθυρεοειδισμός). Η νόσος του Hashimoto είναι η πιο κοινή αιτία του υποθυρεοειδισμού. Επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες μέσης ηλικίας, αλλά μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε άνδρες και γυναίκες οποιασδήποτε ηλικίας καθώς και σε παιδιά.

Ανάμεσα στα συμπτώματα είναι το αίσθημα πληρότητας (κορεσμού) στο φάρυγγα, ανώδυνη διόγκωση του θυρεοειδούς (βρογχοκήλη), εξάντληση, παροδικός πόνος ή ερεθισμός στο λαιμό ή και τα δύο.

Η θεραπεία της νόσου του Hashimoto με αντικατάσταση θυρεοειδικής ορμόνης είναι συνήθως απλή και αποτελεσματική.

Βρογχοκήλη

Bρογχοκήλη είναι η διόγκωση του θυρεοειδούς αδένα, η οποία μπορεί να είναι διάχυτη ή εντοπισμένη σαν οζίδιο. Ο χαρακτηρισμός «μη τοξική» βρογχοκήλη, υποδηλώνει ότι ο θυρεοειδής αδένας μολονότι έχει μεγεθυνθεί δεν υπερπαράγει θυροξίνη (Τ4) και τριιωδοθυρονίνη (Τ3). Ο θυρεοειδής είναι ένας αδένας σε σχήμα πεταλούδας που βρίσκεται στη βάση του λαιμού, ακριβώς κάτω από το «μήλο του Αδάμ». Παρόλο που οι βρογχοκήλες είναι συνήθως ανώδυνες, μια μεγάλη σε μέγεθος βρογχοκήλη μπορεί να προκαλέσει βήχα και δυσκολία στη κατάποση και την αναπνοή.

Η πιο συνηθισμένη αιτία  παγκοσμίως είναι η έλλειψη ιωδίου στη διατροφή. Το ιώδιο είναι απαραίτητο στοιχείο για την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών.

Η βρογχοκήλη μπορεί να συμπιέσει ζωτικές δομές της περιοχής του λαιμού, όπως είναι η τραχεία και ο οισοφάγος. Αυτή η συμπίεση μπορεί να δυσκολέψει την αναπνοή και την κατάποση.

Η θεραπεία εξαρτάται από το μέγεθος της βρογχοκήλης, τα συμπτώματά και την αιτία. Οι μικρές βρογχοκήλες που δεν είναι αισθητές και δεν προκαλούν προβλήματα συνήθως δεν χρειάζονται θεραπεία.

Με τον όρο δυσλιπιδαιμία εννοούμε τις ποσοτικές και ποιοτικές διαταραχές του μεταβολισμού των λιπιδίων του ανθρώπινου οργανισμού. Τους κύριους εκπροσώπους των λιπιδίων του ανθρώπινου οργανισμού αποτελούν η χοληστερόλη (ολική χοληστερόλη, LDL και HDL) και τα τριγλυκερίδια.

Η δυσλιπιδαιμία διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν είναι γονιδιακής (κληρονομικής) αιτιολογίας και σε δευτεροπαθή η οποία είναι απότοκος άλλων παθολογικών καταστάσεων ή και κακής διατροφής καθώς και στην έλλειψη άσκησης. Επίσης ανάλογα με την προεξάρχουσα διαταραχή, δηλαδή ποιο είδος λιπιδίων είναι αυξημένο, διακρίνεται σε υπερχοληστερολαιμία (αύξηση της χοληστερόλης), υπερτριγλυκεριδαιμία (αύξηση των τριγλυκεριδίων) και μικτή δυσλιπιδαιμία (αύξηση χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων).

Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες είναι σπανιότερες από τις δευτεροπαθείς, χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαταραχές των λιπιδίων και εμφανίζονται σε νεαρότερη ηλικία σε σχέση με τις δευτεροπαθείς μορφές. Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες είναι σε σημαντικό βαθμό υπεύθυνες για την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αιφνίδιος θάνατος και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια) σε νεαρές ηλικιακά πληθυσμιακές ομάδες (3η και 4η δεκαετία ζωής). Οι δευτεροπαθείς δυσλιπιδαιμίες σχετίζονται κυρίως με κακές υγειονοδιαιτητικές συνθήκες, καθιστική ζωή, λήψη διαφόρων φαρμάκων, κατάχρηση αλκοόλ καθώς και με άλλα συνοδά νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυροειδισμός, το νεφρωσικό σύνδρομο, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, και η παχυσαρκία.

Υπάρχουν τέσσερις βασικοί τύποι του καρκίνου του θυρεοειδούς:

  • το θηλώδες καρκίνωμα,
  • το θυλακιώδες καρκίνωμα,
  • ο αναπλαστικός καρκίνος και
  • το μυελοειδές καρκίνωμα.

Περίπου το 80% των καρκίνου του θυρεοειδούς είναι θηλώδη καρκινώματα.

Αυτός ο καρκίνος επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες και ιδιαίτερα τις νεότερες.

Περίπου το 15% των περιπτώσεων είναι θυλακιώδη καρκινώματα, ένας πιο επιθετικός τύπος καρκίνου που παρατηρείται κυρίως σε γυναίκες μεγάλης ηλικίας.

Ο αναπλαστικός καρκίνος, επίσης παρατηρείται κυρίως σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, αντιπροσωπεύει το 2% των καρκίνων του θυρεοειδούς και είναι επιθετικός και δύσκολα αντιμετωπίσιμος.

Στο μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς (MTC) παράγεται καλσιτονίνη και μπορεί να εμφανιστεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλους καρκίνους ενδοκρινών αδένων σε σύνδρομο που ονομάζεται σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας.

Ο MTC αποτελεί το 3% των καρκίνων του θυρεοειδούς.

Η θεραπεία του μπορεί να είναι δύσκολη εάν επεκταθεί πέρα από τον θυρεοειδή.

Η οστεοπόρωση είναι χρόνια μεταβολική νόσος των οστών, κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας και καταστροφή της μικρο-αρχιτεκτονικής  των οστών, με αποτέλεσμα αυτά με την πάροδο του χρόνου να γίνονται πιο εύθραυστα και λεπτά, τόσο λεπτά που κάποιες φορές αρκεί ένα σκύψιμο ή ακόμη και βήχας να προκαλέσει κάταγμα (σπάσιμο). Το γεγονός αυτό αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος  των οστών, καθώς μειώνεται η ανθεκτικότητα και η ελαστικότητά τους.

Η οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται σαν «σιωπηλή» νόσος χωρίς συμπτώματα έως τη στιγμή που θα συμβούν τα πρώτα κατάγματα. Η Οστεοπόρωση επηρεάζει άνδρες και γυναίκες ανεξαρτήτως φυλής. Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένες γυναίκες οι οποίες είναι μετεμμηνοπαυσιακές, διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο προσβολής από τη νόσο.  

Η κύρια εκδήλωση της οστεοπόρωσης είναι κατάγματα χαμηλής ενέργειας, δηλαδή κατάγματα μετά από ελαφρύ τραυματισμό ή αυτόματα κατάγματα (χωρίς ιστορικό τραυματισμού).

Τα οστεοπορωτικά κατάγματα αφορούν 40% τη σπονδυλική στήλη, 20% το ισχίο, 20% τον καρπό και 20% διάφορα άλλα οστά.

Απώλεια ύψους και κύφωση αποτελούν όψιμες εκδηλώσεις της οστεοπόρωσης και οφείλονται σε σπονδυλικά κατάγματα. Επιπλέον συνέπειες της οστεοπόρωσης εκτός από τα κατάγματα, είναι πόνο στη πλάτη και στη μέση, ψυχολογικά προβλήματα και τελικά κακή ποιότητα ζωής.

Φαρμακευτική αγωγή, υγιεινή διατροφή και ασκήσεις για τον έλεγχο του βάρους μπορούν να βοηθήσουν στην παρεμπόδιση της απώλειας οστού ή να ενισχύσουν ήδη αδύνατα οστά.

Είναι η κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής αδένας είναι υπολειτουργικός. Είναι η πιο συχνή θυρεοειδική διαταραχή. Συμβαίνει πιο συχνά στις γυναίκες και μπορεί να έχει οικογενή χαρακτήρα. Στους ενήλικες, ο υποθυρεοειδισμός εάν δεν θεραπευτεί μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση τόσο στις σωματικές όσο και στις νοητικές λειτουργίες.

Η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού είναι ιδιαίτερα σημαντική στην εγκυμοσύνη γιατί μπορεί να επηρεάσει την σωματική αλλά και τη νοητική ανάπτυξη του εμβρύου. Επίσης είναι πολύ σημαντική η διάγνωση του στα παιδιά, γι’ αυτό σε όλα τα νεογνά εξετάζεται η θυρεοειδική λειτουργία.

Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται κόπωση, απώλεια ζωτικότητας, αύξηση βάρους, μειωμένη όρεξη, δυσανεξία στο κρύο, ξηροδερμία, απώλεια μαλλιών, υπνηλία, μυϊκοί πόνοι, πόνος στις αρθρώσεις, διαταραχές εμμήνου ρύσεως, υπογονιμότητα κλπ.