ΩΡΛ

Η Εξωτερική Ωτίτιδα είναι μια φλεγμονή, μολυσματική ή μη-μολυσματική, του έξω ακουστικού πόρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φλεγμονή μπορεί να επεκταθεί στον εξωτερικό αυτί, όπως το πτερύγιο ή τράγο. Η εξωτερική ωτίτιδα μπορεί να ταξινομηθεί ως οξεία που διαρκεί λιγότερο από 6 εβδομάδες ή χρόνια που διαρκεί περισσότερο από 3 μήνες.

Διάφοροι παράγοντες μπορούν να προδιαθέσουν τους ασθενείς στην ανάπτυξη εξωτερικής ωτίτιδας. Η κολύμβηση είναι ένας από τους πιο κοινούς παράγοντες κινδύνου. Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι: Υγρασία, τραύμα ή εξωτερικές συσκευές (μπατονέτες, ωτοασπίδες, ακουστικά βαρηκοΐας), δερματολογικές καταστάσεις όπως έκζεμα και ψωρίαση, στενό έξω ακουστικό πόρο, απόφραξη του ακουστικού πόρου (κυψελίδα απόφραξη, ξένο σώμα), η ακτινοθεραπεία ή χημειοθεραπεία και το στρες.

Ο  έξω ακουστικός πόρος καλύπτεται από τους θύλακες των τριχών και κυψελίδας που παράγουν αδένες. Η κυψελίδα ωτός παρέχει ένα προστατευτικό φράγμα και ένα όξινο περιβάλλον που αναστέλλει βακτηριακή και μυκητιακή ανάπτυξη. Η φλεγμονώδης απόκριση στην εξωτερική ωτίτιδα πιστεύεται ότι προκαλείται από μια διαταραχή του φυσιολογικού pΗ και προστατευτικούς παράγοντες εντός του ακουστικού πόρου. Αυτό περιλαμβάνει μια διαδοχική διαδικασία βλάβης στο επιθήλιο, απώλεια προστατευτικού «κεριού» και συσσώρευση υγρασίας που οδηγεί σε υψηλότερο pH και ανάπτυξη βακτηρίων.

ΙΛΙΓΓΟΣ

Ο ίλιγγος προκαλείται συχνότερα εξαιτίας δυσλειτουργίας του αιθουσαίου συστήματος από περιφερική ή κεντρική βλάβη.

Οι περιφερικές αιτίες περιλαμβάνουν τις πιο κοινές αιτίες  ιλίγγου, όπως ο καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης (ΚΠΙΘ) και η νόσος του Ménière. Η κλινική εικόνα του ΚΠΙΘ αποτελεί μια κατάσταση που προκαλεί έντονο ίλιγγο που βιώνεται ως ψευδές αίσθημα περιστροφής κατά την αλλαγή της θέσης της κεφαλής του ασθενή (θέσεως), διάρκειας δευτερολέπτων (παροξυσμικός) ενώ η πρόγνωσή του είναι πολύ καλή καθώς είναι αυτοπεριοριζόμενος (καλοήθης). Ενδέχεται να συνοδεύεται από ναυτία, τάση προς έμετο και κεφαλαλγία. Η συχνότητα του ΚΠΙΘ αυξάνεται με την ηλικία αλλά οι περισσότερες περιπτώσεις ΚΠΙΘ καλούνται ¨ιδιοπαθείς¨, που σημαίνει μη αναγνώριση εμφανούς αιτιολογίας.

Οι ασθενείς με τη νόσο του Ménière συχνά παρουσιάζουν εμβοές, απώλεια ακοής και ακουστική πληρότητα εκτός από τον ίλιγγο.  Τα συμπτώματα της νόσου Meniere προκύπτουν από αύξηση του όγκου της ενδολέμφου στα ημικυκλικά κανάλια. Δύο επιπλέον ξεχωριστές αιτίες περιφερικού ίλιγγου περιλαμβάνουν την οξεία λαβυρινθίτιδα και την αιθουσαία νευρίτιδα οι οποίες οφείλονται σε φλεγμονή που συχνά προκαλείται από ιογενή λοίμωξη.

ΖΑΛΗ

Η ζάλη μπορεί να περιγραφεί με πολλές διαφορετικές αισθήσεις. Τις περισσότερες φορές, κάθε υποκειμενική αίσθηση της ζάλης μπορεί να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ως ένας από τους τέσσερις τύπους ζάλης: ίλιγγος, έλλειψη ισορροπίας (διαταραχή στην ισορροπία ή τον συντονισμό έτσι ώστε η αυτοπεποίθηση στην βάδιση να είναι μειωμένη), προσυγκοπή (ασθενής αισθάνεται επικείμενη απώλεια συνείδησης), ή ζαλάδα. Η κλινική προσέγγιση στον ασθενή με ζάλη εξαρτάται καθοριστικά από τη διάκριση μεταξύ αυτών των διαφόρων ειδών ζάλης, καθώς η διαφορική διάγνωση είναι ιδιαίτερη για κάθε τύπο.

Η μέση πυώδη ωτίτιδα ορίζεται ως λοίμωξη του μέσου ωτός. Αν και η μέση πυώδη ωτίτιδα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, παρατηρείται συχνότερα μεταξύ των ηλικιών 6 έως 24 μηνών.

Η μέση πυώδη ωτίτιδα διαγιγνώσκεται κλινικά μέσω αντικειμενικών ευρημάτων στη φυσική εξέταση (ωτοσκόπηση) σε συνδυασμό με το ιστορικό του ασθενούς και τα συμπτώματα. Εμφανίζεται συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνες. Συνοδεύεται από συλλογή υγρού, που μπορεί να είναι ορώδες, βλεννώδες ή πυώδες. Χωρίς σωστή θεραπεία, το υπερκείμενο υγρό από το μεσαίο αυτί μπορεί να επεκταθεί στις παρακείμενες ανατομικές θέσεις και να οδηγήσει σε επιπλοκές όπως διάτρηση τυμπανικής μεμβράνης, μαστοειδίτιδα, λαβυρινθίτιδα, πετροσίτιδα, μηνιγγίτιδα, απόστημα εγκεφάλου, απώλεια ακοής, πλευρική και σπηλαιώδης θρόμβωση κόλπων, και άλλα. Kατά σειρά συχνότητας ενοχοποιούνται ως υπεύθυνα παθογόνα ο πνευμονιόκκοκος, ο αιμόφιλος της ινφλουέντζας, η μπρανχαμέλλα η καταρροϊκή και σπανιότερα διάφορα στελέχη στρεπτόκκοκου και σταφυλόκκοκου.

Ο έμετος είναι η ισχυρή και απότομη αποβολή γαστρικού  περιεχομένου από τοστόμα και προκαλείται από σύσπαση κοιλιακών αλλά και αναπνευστικών μυών, όπως το διάφραγμα. Ο έμετος μπορεί να προκληθεί είτε αυτόματα, είτε από τον ασθενή. Η ναυτία είναι η δυσάρεστη αίσθηση του επικείμενου εμέτου, χωρίς υποχρεωτικά να ακολουθείται από εμετό. Η ναυτία ανακουφίζεται συχνά από εμετό και μπορεί να συνοδεύεται από αυξημένη δραστηριότητα του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος που περιλαμβάνει διάρροια, σιελόρροια, βραδυκαρδία, ωχρότητα και μειωμένο αναπνευστικό ρυθμό. Η τάση για έμετο είναι η συστολή των κοιλιακών μυών που μπορεί να καταλήξουν σε έμετο.

Ο ίλιγγος πολύ συχνά συνοδεύεται από ναυτία ή και εμέτους, ωχρότητα(χλόμιασμα) και επιβράδυνση του σφυγμού. Ο έμετος είναι αντανακλαστικό φαινόμενο και ενίοτε συνοδό σύμπτωμα της ζάλης και του ιλίγγου.

Η ναυτία των ταξιδιωτών είναι ένα κοινό και σύνθετο σύνδρομο που εμφανίζεται ως απάντηση στην πραγματική ή αντιληπτή κίνηση. Η έκφρασή  του μπορεί να είναι διαφορετική ανά σύστημα, πχ γαστρεντερικό, κεντρικό νευρικό σύστημα ή αυτόνομα συμπτώματα. Υπάρχει σημαντική ατομική μεταβλητότητα στην ευαισθησία, στην αδιαθεσία, καθώς ορισμένα άτομα μπορεί να υποφέρουν από ελάχιστη πρόκληση και άλλοι, δύσκολα να εμφανίσουν συμπτώματα.

Το κύριο σύμπτωμα είναι η ναυτία και προέρχεται από την ελληνική λέξη ναυς που σημαίνει πλοίο.

Συνήθως προκαλείται από πλευρική και κατακόρυφη κίνηση χαμηλής συχνότητας (παράδειγμα: αεροπορική, θαλάσσια, οδική μεταφορά) ή από εικονική κίνηση προσομοιωτή (βιντεοπαιχνίδια, εικονικοί προσομοιωτές). Η αισθητηριακή σύγκρουση και η νευρική αναντιστοιχία είναι η πιο ευρέως αποδεκτή θεωρία για την εξήγηση του συνδρόμου. Περιγράφει τη σύγκρουση που συμβαίνει μεταξύ των οπτικών, αιθουσαίων και σωματο-αισθητηριακών συστημάτων που προκύπτουν από πραγματική ή εικονική κίνηση. Ο εγκέφαλος, λαμβάνει σήματα, προκαλώντας αυτόνομες αντιδράσεις και το κέντρο εμετού.

Ορισμένα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την ναυτία των ταξιδιωτών είναι:

  • Φύλο – οι γυναίκες είναι πιο ευαίσθητες από τους άνδρες
  • Ηλικία – ξεκινά γύρω στην ηλικία των 6 ετών και κορυφώνεται στην ηλικία των 9 ετών – υπάρχει επακόλουθη μείωση κατά τη διάρκεια των εφηβικών ετών. Οι ηλικιωμένοι είναι οι λιγότερο ευάλωτοι στην ασθένεια κίνησης
  • Επίπεδο φυσικής κατάστασης – μελέτες δείχνουν αυξημένη ευαισθησία σε άτομα με υψηλά επίπεδα αερόβιας φυσικής κατάστασης και ότι αυτό οφείλεται σε ένα πιο αντιδραστικό αυτόνομο σύστημα.
  • Ιατρικές παθήσεις – ασθενείς με ιλίγγους, αιθουσαία παθολογία, νόσος του Meniere και ημικρανίες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο
  • Ορμόνες – οι διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του εμμηνορροϊκού κύκλου αυξάνουν την ευαισθησία

Αν και ο ακριβής νευροβιολογικός μηχανισμός είναι ασαφής, υπάρχει θεραπευτική αντιμετώπιση για την πρόληψη και την ανακούφιση αυτής της κατάστασης.

Η Παραρρινοκολπίτιδα ή ιγμορίτιδα είναι η φλεγμονή του γναθιαίου άντρου (ιγμόρειο), του μεγαλύτερου παραρρίνιου κόλπου που βρίσκεται δεξιά και αριστερά της ρινός, μέσα στο σώμα της άνω γνάθου. Κανονικά τα ιγμόρεια καταλαμβάνονται από αέρα όμως μπορεί να καταληφθούν από υγρό (βλέννα) μετά από κάποια λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, μετά από φλεγμονή των δοντιών της άνω γνάθου, ύστερα από κατάδυση σε μεγάλο βάθος ή σε μολυσμένα νερά.

Οι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης ιγμορίτιδας είναιτο σκολιωτικό (στραβό) ρινικό διάφραγμα, οι υπερτροφικές ρινικές κόγχες, οι ρινικοί πολύποδες, οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, η ηλικία, το κάπνισμα, οι οδοντικές λοιμώξεις και οι οδοντιατρικές εργασίες σε περιοχές που γειτνιάζουν με τα ιγμόρεια, η αλλεργική ρινίτιδα, οι ανοσοανεπάρκειες, η κυστική ίνωση, τα θαλάσσια σπορ-καταδύσεις, τα αεροπορικά ταξίδια.

Ρινικοί πολύποδες

Οι ρινικοί πολύποδες είναι φλεγμονώδεις σχηματισμοί, που αναπτύσσονται στη μύτη και στους παραρρίνιους  κόλπους. Βασικά συμπτώματά τους είναι το αίσθημα αποφράξεως, οι επαναλαμβανόμενες ρινίτιδες, η μείωση της όσφρησης και της γεύσης, καθώς και άλλα ρινικά συμπτώματα, όπως η ρινική καταρροή, η ρινική συμφόρηση, η δυσκολία στην αναπνοή, το ροχαλητό και η κεφαλαλγία. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που προδιαθέτουν για τη δημιουργία τους όπως η αλλεργία, το άσθμα, οι χρόνιες ρινίτιδες και η ευαισθησία της μύτης σε διάφορους παράγοντες όπως η υγρασία, η σκόνη του σπιτιού, η ατμοσφαιρική ρύπανση κλπ.

Το κοινό κρυολόγημα, γνωστό και ως οξεία ρινοφαρυγγίτιδα ή απλώς κρυολόγημα, είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική νόσος του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, η οποία προσβάλλει κυρίως τη μύτη. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν βήχα, πονόλαιμο, ρινική καταρροή και πυρετό, τα οποία και  υποχωρούν συνήθως μέσα σε 7-10 ημέρες, αν και μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και 3 εβδομάδες. Ο αριθμός των ιών που προκαλούν κοινό κρυολόγημα υπερβαίνει τους διακόσιους, με πιο συχνό τον ρινοϊό.     

Οι οξείες λοιμώξεις της μύτης, των ιγμορείων, του φάρυγγα ή του λάρυγγα (λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού) κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την περιοχή του σώματος που έχει προσβληθεί περισσότερο. Έτσι το κοινό κρυολόγημα προσβάλλει κατά κύριο λόγο τη μύτη, η φαρυγγίτιδα το λαιμό και η ιγμορίτιδα τα ιγμόρεια.