Ουρολογία

Η ουρολοίμωξη είναι ένας γενικός όρος που αναφέρεται σε μολύνσεις/λοιμώξεις του ουρογεννητικού συστήματος από μικροοργανισμούς, όπως τα βακτήρια, οι ιοί και οι μύκητες. Τα βακτήρια είναι η πιο κοινή αιτία της ουρολοίμωξης. Κανονικά, τα βακτήρια που εισέρχονται από την ουρήθρα στο ουροποιητικό σύστημα απομακρύνονται γρήγορα με την ούρηση, πριν εγκατασταθούν και προκαλέσουν συμπτώματα. Ωστόσο, μερικές φορές τα βακτήρια ξεπερνούν τη φυσική άμυνα του οργανισμού και προκαλούν λοίμωξη. Η λοίμωξη στην ουρήθρα ονομάζεται ουρηθρίτιδα, ενώ στην ουροδόχο κύστη ονομάζεται κυστίτιδα. Το ουροποιητικό σύστημα έχει διάφορους μηχανισμούς για την πρόληψη των λοιμώξεων. Όμως, παρά τους μηχανισμούς αυτούς, εξακολουθούν να εμφανίζονται λοιμώξεις. Ορισμένα βακτήρια έχουν ισχυρή ικανότητα να προσκολλώνται στα τοιχώματα του ουροποιητικού συστήματος και έτσι πολλαπλασιάζονται, προκαλώντας ουρολοιμώξεις. Οι γυναίκες υποφέρουν συχνά από ουρολοιμώξεις. Κάθε επιπλέον επεισόδιο αυξάνει τον κίνδυνο επανεμφάνισης (υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις), δηλαδή με τρία ή περισσότερα επεισόδια ουρολοίμωξης κάθε χρόνο.

Τα συμπτώματα μιας ουρολοίμωξης διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Στις νεαρές γυναίκες, οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος εμφανίζονται με συχνουρία, καύσο και πόνο χαμηλά στην κοιλιά ή στα έξω γεννητικά όργανα κατά την ούρηση, ενώ δεν είναι σπάνια η παρουσία αίματος, ιδιαίτερα στο τέλος της ούρησης. Οι ηλικιωμένες γυναίκες μπορεί να αναφέρουν αδυναμία και κοιλιακό άλγος, ειδικά αν υπάρχει πυρετός. Τα ούρα μπορεί να φαίνονται θολά, σκούρα ή αιματηρά ή ακόμα να έχουν μια δυσάρεστη μυρωδιά. Συνήθως, οι ουρολοιμώξεις δεν προκαλούν πυρετό, εάν μολυνθεί μόνο η κύστη.